-αλη


-αλη
Χημ.
κατάληξη οργανικών ενώσεων που περιέχουν αλδεϋδομάδα (-CH = Ο) στο μόριό τους.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ξενικής προελεύσεως κατάληξη, με την οποία σχηματίζονται στην επιστημονική ορολογία όροι χημικών συστατικών, σύνθετων με αλδεΰδες, απ' όπου αποσπάστηκε το στοιχείο αλ- και χρησιμοποιήθηκε ως ληκτικό μόρφημα (παραγωγική κατάληξη) -άλη (πρβλ. αγγλ. -al). Όπως φαίνεται από την ετυμολογία του όρου αλδεΰδες*, το ίδιο το αλ- (al-) αποτελεί συγκεκομμένη μορφή τού όρου al[cohol] «αλκοόλη». Η κατάλ. -άλη απαντά σε χημικούς όρους, όπως λ.χ. χλωράλη (πρβλ. αγγλ. chloral), ακετάλη (πρβλ. αγγλ. acetal), κιτράλη (πρβλ. αγγλ. citral), γλυκάλη (πρβλ. αγγλ. glucal) κ.ά.].

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.